αποθεώνω


αποθεώνω
αποθεώνω, αποθέωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποθεώνω — (AM ἀποθεῶ, όω) θεοποιώ κάποιον, από θνητό τον μεταβάλλω σε αθάνατο νεοελλ. 1. αποδίδω σε κάποιον θεϊκές τιμές, τον τιμώ σαν θεό 2. εκθειάζω, εξυμνώ, περιβάλλω με δόξα 3. υποδέχομαι κάποιον με μεγάλο ενθουσιασμό, τον ζητωκραυγάζω 4. ταλαιπωρώ… …   Dictionary of Greek

  • αποθεώνω — [апотэоно] р. обожествлять, боготворить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αποθεώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, εγκωμιάζω κάποιον υπερβολικά, υποδέχομαι με ενθουσιασμό: Οι φίλοι του ποδοσφαίρου αποθέωσαν τους νικητές ποδοσφαιριστές στη χθεσινή επιστροφή τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποθειώ — ἀποθειώ ( όω) (Α) 1. αποθεώ*, αποθεώνω 2. φρ. «ἀποθειῶ λόγον» καλύπτω τα νοήματα με μυστηριώδη γλώσσα …   Dictionary of Greek

  • εκθειάζω — (Α ἐκθειάζω και ἐκθειῶ, όω) εξαίρω με επαίνους, εγκωμιάζω αρχ. 1. θεοποιώ, αποθεώνω 2. τοποθετώ κάποιον σε ίση μοίρα με τους θεούς, λατρεύω ως θεό 3. (για πράγμ.) καθιστώ κάτι αντικείμενο λατρείας …   Dictionary of Greek

  • εκθειώ — (I) ἐκθειῶ ( όω) (Α) εκθειάζω, αποθεώνω. (II) ( όω) (AM ἐκθειῶ) αφαιρώ από κάποια ύλη το θειάφι που έχει, ξεθειαφίζω …   Dictionary of Greek

  • εκθεώ — ἐκθεῶ ( όω) (Α) θεοποιώ, αποθεώνω 2. (για ναό ή ιερό τόπο) εγκαινιάζω 3. πνίγω ιερό ζώο για μαγικούς σκοπούς …   Dictionary of Greek

  • θεοποιώ — θεοποίησα, θεοποιήθηκα, θεοποιημένος 1. κάνω κάποιον θεό: Οι αρχαίοι Έλληνες θεοποίησαν τον έρωτα. 2. εξυμνώ πολύ, αποθεώνω, αποδίδω ιδιότητες θεού σε κάποιον: Οι οπαδοί αυτού του κόμματος έχουν θεοποιήσει τον αρχηγό τους. – Στην εποχή μας οι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)